Ἀριστοφάνειος
Ἀριστοφάνειος, of Aristophanes
Ἀριστοφάνειος [φᾰ], α, ον,
- of Aristophanes, μέτρον, the anapaestic tetrameter, D.H. Rh. 11.10, Heph. 8, Theon Prog. 3.
de Aristófanes, aristofánico
κωμικὸν τοῦτο Ἀριστοφάνειον
τὸ Ἀριστοφάνειον
(μέτρον) τετράμετρον ἀναπαιστικόν, ὃ καλοῦσίν τινες Ἀριστοφάνειον
Ἀριστοφάνειος, ος, ον [ᾰᾰ] d’Aristophane, DH. Rhet. 11, 10 ; Ἀριστοφάνειον μέτρον, DH. 5, 199 Reiske ; Héph. 8, 2, le mètre aristophanien, c. à d. anapestique tétramètre catalectique ; τὸ Ἀριστοφάνειον, DH. Comp. 25 ; Plut. Per. 26, le style d’Aristophane ; τὰ Ἀριστοφάνεια, Plut. Qu. conv. 7, 8, 4, les pièces d’Aristophane.
Étym. Ἀριστοφάνης.