ἀρτίκαυτος Save Bailly 2024 Pape ἀρτί·καυτος ou ἀρτί·καυστος, ος, ον [ῐ] nouvellement brûlé, Th. Ign. 65. Étym. ἄ. καίω. ἀρτίκαυτος, frisch gebrannt, Theophr.