ἀρτίληπτος
ἀρτίληπτος, just taken
ἀρτί-ληπτος, ον,
- just taken, App. Mith. 108.
recién capturado
φρούρια
ἀρτί·ληπτος, ος, ον [ῐ] nouvellement pris, App. Mithr. 108.
Étym. ἄ. ληπτός.
ἀρτίληπτος, jüngst genommen.