ἀρτιγέννητος
ἀρτιγέννητος, just born
ἀρτι-γέννητος, ον,
- = foreg., βρέφη 1 Ep.Pet. 2.2, cf. Luc. Alex. 13, Longus 1.9, al.
recién nacido
βρέφη
ποίμνια
ἑρπετόν
ἀρτι·γέννητος, ος, ον [ῐ] nouvellement engendré, Luc. Alex. 13 ; Lgs 1, 7 ; 2, 3.
Étym. ἄ. γεννάω.
ἀρτιγέννητος, jüngst geboren, entstanden, Luc. Alex. 13.
ἀρτιγέννητος
- just born, Luc.