ἀρτίπλουτος
ἀρτίπλουτος, newly gotten
ἀρτῐ-πλουτος, ον,
- newly gotten, χρήματα E. Supp. 742.
de nuevo rico
λαβὼν ... ἀρτίπλουτα χρήματα ὕβριζ'
ἀρτί·πλουτος, ος, ον, qui consiste en richesses récemment acquises, Eur. Suppl. 742.
Étym. ἄ. πλοῦτος.
ἀρτίπλουτος, χρήματα, neuer Reichtum, Eur. Suppl. 764.
ἀρτίπλουτος
- newly gotten, χρήματα Eur.