ἀστίβητος
ἀστίβητος [ῐ], ον, = foreg., Lyc. 121, Procop. Arc. 14; ἀ. οἶκοι· ἄδυτα, Hsch.:—also ἄστῐβος, ον, AP 7.745 (Antip. Sid.).
no pisado, no frecuentado
οἶμος
ὁδός
•
ἀστίβητοι οἶκοι· ἄδυτα
ἀ·στίβητος, ος, ον [ῐ] c. le préc. Lyc. 121.
ἀστίβητος, unbetreten, οἶμος Lycophr. 121.