ἄστλιγξ Save LSJ DGE ἄστλιγξ, ιγγος, ἡ, = ὄστλιγξ, Philet. ap. Sch. A.R. 1.1297, Hdn.Gr. 1.44. ἄστλιγξ -ιγγος, ἡ • Alolema: tb. ἄστρι(γ)ξ Hsch.α 7862, EM 159.38G. chispa de juego Philet.24, Hdn.Gr.1.44, ἄστλιγγας· αὐγάς. ἢ ἄστριγγας Hsch.; cf. ἀστιάγγας, ὄστλιγξ.