ἀστεφής
ἀστεφής, ές,
- = ἀστέφανος, Man. 6.517:—also ἄστεφος, ον, A.D. Pron. 31.15.
no coronado e.d. no triunfador
ἐπὶ χθόνα πᾶσαν ἀλῶνται ἀστεφέες
ἀ·στεφής, ής, ές, c. les préc. Man. 6, 517.
Étym. ἀ, στέφω.
ἀστεφής, ές, ungekränzt, Maneth. 6.517.