ἀστεφάνωτος
ἀστεφάνωτος, uncrowned, not to be crowned
ἀστεφᾰν-ωτος, ον,
- uncrowned, forbidden to be crowned, Sapph. 78, Pl. R. 613c, D. 18.319; ἀ. ἐκ τῶν νόμων Aeschin. 3.176.
- 2 without the nuptial crown, unwedded, Epigr.Gr. 314.27.
1 no coronado
ἀστεφανώτοισι δ' ἀπυστρέφονται
μηδένα Λακεδαιμονίων ἀστεφάνωτον εἶναι
ἀστεφάνωτοι ἀποτρέχοντες
τὸν ἀστεφάνωτον ἐκ τῶν νόμων κελεύεις ἡμᾶς στεφανοῦν
ἀστεφάνωτος ἐκ τῆς Ὀλυμπίας ἀπῄει
2 que no tiene corona nupcial, soltero
λείψας τρεῖς συνομαίμονας ἀστεφανώτους
ἀ·στεφάνωτος, ος, ον [φᾰ] non couronné, c. à d. vaincu, sans succès, Plat. Rsp. 613c ; Dém. Eschn.
Étym. ἀ, στεφανόω.
ἀστεφάνωτος, ohne Kranz, unbekränzt, Plat. Rep. X.613c u. Folgde, z.B. Dem. 18.319 ἐκ τῆς Ὀλυμπίας ἀπῄει.
ἀστεφάνωτος
στεφανόω
- uncrowned, not to be crowned, Plat., etc.