ἀστεροπή
ἀστεροπή, lightning
- = στεροπή, ἀστραπή, lightning, Il. 10.154 (v.l. for στεροπή), Pi. N. 9.19, Ar. Av. 1746, 1748 (anap.).
1 relámpago
ἀστεροπῇ ἐναλίγκιος
βροντῇ τε καὶ ἀστεροπῇ
ἀστεροπὰν ἐλελίξαις
τάς τε πυρώδεις Διὸς ἀστεροπάς
ἀστεροπα[ὶ] σελάγι[ζον
ἀπέρυκεν Ἥρη σμερδαλέῃσι ... ἀστεροπῇσιν
ἐξ ὑδάτων γὰρ ἀ. βλάστησε
ἀ. ὀλέτειρα
2 fig. brillo, resplandor
γυμνὴ ἀ. μελέων
el brillo desnudo de su piel
• gloria
Ἑλλάδος ἀστεροπὰν ... δῖον Ἀχιλλῆα
•Comp. de ἀστήρ q.u. y οπ- de la raíz *oku̯- ‘ver’, cf. tb. ἀστραπή, ἀστράπτω.
-ῆς, ἡ
[στεροπή.]
Lightning, the lightning flash Il. 11.184, Il. 13.242, Il. 14.386.
- lightning, Il.