ἀστυπολία
ἀστυπολία, residence in a city
ἀστυ-πολία, ἡ,
- residence in a city, Hierocl. p.62 A.
callejeo
τῷ μὲν ἀνδρὶ ... τὰ περὶ τὰς ἀγορὰς καὶ τὰ περὶ τὴν ἀστυπολίαν
ἀστυπολία, ας (ἡ) [ῠ] séjour dans une ville, Hiérocl. (Stob. Fl. 85, 21).
Étym. ἀστυπόλος.
ἀστυπολία, ἡ, Aufenthalt in der Stadt, Hierocl. bei Stob.