ἀστύφελος
ἀστύφελος, not rugged
ἀστύφελος [ῠ], η, ον (ος, ον AP 9.413 (Antiphil.)),
- not rugged, πατρίς Thgn. 1044.
ref. al suelo no accidentado, suave
πόλις
νησίς
ἀ·στύφελος, ος, ον [ῠ] non raboteux, non rude, uni, Anth. 9, 413 ||
➳ Fém. ion. -η, Thgn. 1040.
Étym. ἀ, στυφελός.
ἀστύφελος, ἀστυφέλη Theogn. 1044, nicht rauh, = ὁμάλη, νῆσος, Antiphil. 28 (IX.413).
ἀστύφελος
- not rugged, Theogn., Anth.