ἀφαγνισμός
ἀφαγνισμός, purification
ἀφαγν-ισμός, ὁ,
- purification, Sch. E. Alc. 98.
purificación
τοῖς ἐξιοῦσιν ἀφαγνισμὸν εὔλογον πορίζουσιν
ἀφαγνισμός, purification
purificación
τοῖς ἐξιοῦσιν ἀφαγνισμὸν εὔλογον πορίζουσιν