ἀφαιρέτης
ἀφαιρέτης, one who deprives
ἀφαιρ-έτης, ου, ὁ,
- one who deprives, χρόνων Vett.Val. 55.18, cf. Ptol. Tetr. 189, Sch. Od. 13.224, Suid. s.v. ἐξαίτης.
el que quita o se lleva c. gen.
χρόνων
ἐγὼ ἁμαρτιῶν ἔνοχος, αὐτὸς δὲ ἁμαρτιῶν ἀ.
• ladrón
λωποδύτης ὁ τούτων ἀ., λῃστής
ἀφαιρέτης, ου (ὁ) celui qui retranche, Ptol. Tetr. 189.