αὐχμηρότης
αὐχμηρότης, squalor
αὐχμηρ-ότης, ητος, ἡ,
- squalor, metaph., Men.Rh. p.402S.
ret. aspereza, dureza
παρακολουθεῖ ... τῷ εἴδει τούτῳ ... αὐ. διὰ τὴν μῖξιν
αὐχμηρότης, ητος (ἡ) saleté, Mén. rhét. 9, 269 W.
Étym. αὐχμηρός.