ἀχυροθήκη
ἀχῠρο-θήκη, ἡ, = foreg., PLond. 5.1768 (vi A. D.), PMasp. 279.18 (vi A. D.), Sch. Il. 5.202.
pajar
ἀχυρωθήκην (sic) ἐν ᾗ ἄχυρον
χωρὶς τῆς μεγάλης ἐπαύλεως καὶ ἀχυροθήκης
βαλανεῖον σὺν ἀχυροθήκῃ ἐν ᾗ ἄχυρον
ἀχυροθήκη, ἡ, Erkl. von ἀχυρμιά, Schol. Il. 5.502.