ἀχυρμός
ἀχῠρ-μός, οῦ, ὁ, v. ἀχυρός.
montón de paja
κλητῆρί τ' εἰς ἀχυρμὸν ἀποδεδρακότι
ἀχυρμός, οῦ (ὁ) [ᾰ] tas de paille, Ar. Vesp. 1310.
Étym. conj. p. ἀχυρός ou ἄχυρος ; vulg. ἀχυρών.
ἀχυρμός, ὁ, = ἄχυρον, Conj. Meineke IV.629. S. ἀχυρών.