ἁμαμιθάδες
ἁμαμιθάδες, mince-meat
ἁμαμιθάδες, αἱ,
- mince-meat, Phot.p.86R. ἀμαμίξαι· ἀποπνῖξαι, Hsch. (Cf. ἀμαλίζω, ἀμμιάξαι.) ἀμάναν· ἅμαξαν, Id. ἀμανδαλοῖ· ἀφανίζει, Id. ἀμάνδᾰλος, = ἀφανής, as if ἀμάλδανος fr. ἀμαλδύνω, Alc. 123.