ἄμαλλος
ἄμαλλος, without fleece
ἄμαλλος2, [lexical cite]
ἄμαλλος (A), ον,
- without fleece or nap, Eust. 1057.12.
ἄμαλλος (B): πέρδιξ (Polyrrhenian), Hsch.:—also ἄμαλλοι· φυτὰ σικύων ἢ τῶν ὁμοίων, Id.
que no tiene vello Eust.1057.12, Pall.H.Laus.32.3.
1
πέρδιξ
2
ἄμαλλοι· φυτὰ σικύων, ἢ τῶν ὁμοίων