ἁμαξοπηγός
ἁμαξοπηγός, a cartwright
ἁμαξο-πηγός, όν,
- cartwright, PLond.ined. 2383 A (ii B. C.), Plu. Per. 12.
constructor de carros, carrero, PLond.2166.5 (III a.C.),
οὖτος δὲ ἐτύγχανεν ἐν ἁμαξοπηγοῦ δουλεύων
ἁμαξο·πηγός, οῦ (ὁ) [ᾰμ] charron, Plut. Per. 12.
Étym. ἅμαξα, πήγνυμι.
ἁμαξοπηγός, ὁ, Wagenbauer, Stellmacher, Plut. Per. 12.
ἁμαξοπηγός
ἄμαξα, πήγνυμι
- a cartwright, Plut.