Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἁμαξοποιός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἁμαξία
ἁμαξιαῖος
ἁμαξίδιον
ἁμαξιεύς
Ἀμαξιεύς
ἁμαξικός
Ἀμαξικός
ἁμάξιον
ἁμαξίπους
ἁμαξίς
Ἁμαξιτεύς
ἁμαξίτης
Ἀμαξίτης
Ἁμαξιτία
ἁμαξῖτις
ἁμαξιτός
ἀμαξιτός
Ἁμαξιτός
ἁμαξόβιος
ἁμαξοειδῶς
ἁμάξοικος
Ἁμαξοκυλισταί
ἁμαξοκυλισταί
ἁμαξοκυλιστής
ἁμαξολάτης
ἁμαξοπηγέω
ἁμαξοπηγία
ἁμαξοπηγός
ἁμαξοπληθής
ἁμαξόποδες
ἁμαξοποιός
ἁμαξόπους
ἁμαξοτροχιά
ἁμαξοτροχία
ἁμαξουργέω
ἁμαξουργία
ἁμαξουργός
ἁμαξοφόρητος
ἀμαξοφόρητος
ἁμαούσιος
ἆμαρ
ἀμάρα
Ἀμάρα
Ἀμαρακίνη
ἀμαράκινος
ἀμαρακόεις
ἀμάρακον
ἀμάρακος
ἀμαρανθίς
Ἀμαραντά
ἀμαράντινος
Ἀμαράντιος
ἀμαραντίς
Ἀμαραντοί
ἀμάραντος
Ἀμαραντός
ἀμαράσαι
ἀμαρασαι
ἀμάρατον
ἀμαρατον
ἀμάρατος
…
ἁμαξοποιός
Save
LSJ
ἁμαξο-ποιός, ὁ,
= -πηγός (quod fort. leg.),
Heraclid.
Pol.
36.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}