ἁμαξῖτις Save LSJ DGE Bailly 2024 ἁμαξ-ῖτις, ἡ, = ἄγρωστις, Ps.-Dsc. 4.29. ἁμαξῖτις -ιδος, ἡ bot. grama Ps.Dsc.4.29, Ps.Apul.Herb.78.11. ἁμαξῖτις, ιδος (ἡ) c. ἄγρωστις, Diosc. 4, 30.