ἀμαξιτός
ἀμαξιτός, highway
ἀμαξιτός, att. ἁμαξιτός, ἡ, sc. ὁδός, welches Pind. N. 6.56 hinzusetzt, Fahrweg, Hom. einmal, κατʼ ἀμαξιτόν Il. 22.146 ; Her. 7.176 (auch ἁμ.); Pind. P. 4.247 ; Soph. O.R. 716 ; Xen. Hell. 2.4.7 u. sonst.
ἀμαξιτός
[ἄμαξα.]
A road Il. 22.146.
ἀ˘μαξῐτός, -ον
- 1highway met., of the path of song. καὶ ταῦτα μὲν παλαιότεροι ὁδὸν ἀμαξιτὸν εὗρον N. 6.54 pro subs., sc. ὁδόν. μακρά μοι νεῖσθαι κατʼ ἀμαξιτόν P. 4.247 Ὁμήρου[ τρι]πτὸν κατʼ ἀμαξιτὸν ἰόντες Πα. 7B. 11.
ἀμαξιτός (ἄμαξα): wagon - road, strictly adj., sc. ὁδός, Il. 22.146†.