ἁρμόδιος
ἁρμόδιος, fitting together
- fitting together, θύραι, metaph. of the lips, Thgn. 422.
- II fitting, ἥβη Id. 724; δεῖπνον Pi. N. 1.21; ἀνθρώποις ἁρμόδιόν [ἐστι] c. inf., Democr. 187, cf. Aeschin.Socr. 52; μέρη τῆς πολιτείας ἁ. τοῖς τηλικούτοις Plu. An seni 2.793a; πᾶν σῶμα ἁ. εἶναι ψυχῇ Aen.Gaz. Thphr. p.60 B.: Comp. -ώτερος, γάμος Hld. 1.21: Sup. -ώτατος, ἔς τι Arr. Tact. 16.4; also, agreeable, Parth. 16.2. Adv. -ως Plu. Arist. 24, PGiss. 57.6 (vi/vii A.D.).
I bien ajustado
θύραι
II fig.
1 gener. adecuado, apropiado
δεῖπνον
σὺν δ' ἥβη γίνεται ἁρμοδία
la juventud llega a su plenitudπαρεχόντων ... τἆλλα ἁρμόδια
τὸ πέρα καθεύδειν ... τοῖς τεθνηκόσι μᾶλλον ἤπερ τοῖς ζῶσιν ἁρμόδιον
πολλὰ μέρη τῆς πολιτείας ἐχούσης ἁρμόδια καὶ πρόσφορα τοῖς τηλικούτοις
τῆς δὲ χύσεως ... ἁρμόδιος
τὰ οὐδέτερα ἁρμόδιά ἐστιν τοῖς ἑνικοῖς
ἔστιν ἐς πᾶσάν τε μεταβολὴν ἁρμοδιώτατον
τί γὰρ ἁρμοδιώτερον
• conveniente
ἀνθρώποις ἁρμόδιον ψυχῆς μᾶλλον ἢ σώματος λόγον ποιεῖσθαι
αὐτὸ ψυχῇ τε καὶ σώματι ἁρμοδιώτατον
2 de pers. grato, agradable
Περσεὺς ... τῇ γυναικὶ βουλόμενος ἁρμόδιος εἶναι
μέτριος, ἐπιεικής, ἁρμόδιος τῷ βίῳ
τόπος ἁ. καὶ προσφιλής
•
ἁρμόδιοι· οἰκεῖοι, συγγενεῖς, φίλοι
3
ἁ. μέλος· μέτρον
III adv. -ως apropiadamente
ἁ. πρὸς τὴν ἀνατομήν
• debidamente
ἀντιγραφῆναι ἁρμοδίως
1) zusammenpassend, wohlgeordnet, ἀρεστός erkl. Suid.; δεῖπνον Pind. N. 1.21, ein angemessenes Mahl ; vgl. P. 4.129.
2) gefällig, Parthen. 16 ; – ἁρμοδιώτατα DL. 1.44.
- 1fitting ἔνθα μοι ἁρμόδιον δεῖπνον κεκόσμηται N. 1.21
- Ifitting together, Theogn.
- IIwell-fitting, accordant, agreeable, Theogn.:—adv. -ως, Plut.