ἁρμόζω
ἁρμόζω, to fit together, join
- fit together, join, esp. of joinerʼs work, ἥρμοσεν ἀλλήλοισιν (sc. τὰ δοῦρα) Od. 5.247 (also in Med., put together, ἁρμόζεο χαλκῷ εὐρεῖαν σχεδίην ib. 162; ναυπηγίαν ἁρμόζων E. Cyc. 460; ἁρμόζειν χαίταν στεφάνοισι Pi. I. 7 (6).39; ἀρβύλαισιν ἁ. πόδα E. Hipp. 1189; ἁ. πόδα ἐπὶ γαίας plant foot on ground, Id. Or. 233; ἁ. ποδὸς ἴχνια Simon. 182; ἐν ἁσυχαία βάσει βάσιν ἅρμοσαι (aor. imper. Med.) S. OC 198; στόμʼ ἅρμοσον kiss, E. Tr. 763; ἁ. ψαλίοις ἵππους furnish them with . ., Id. Rh. 27 (lyr.).
- b generally, adapt, accommodate, ἁ. δίκην εἰς ἕκαστον award each his just due, Sol. 36.17; σφισὶν βίοτον ἁ. accord them life, Pi. N. 7.98; apply a remedy, S. Tr. 687; make ready, τοὐπτάνιον Hegesipp.Com. 1.19:—Med., accommodate, suit oneself, πρὸς τὴν παροῦσαν πάντοθʼ ἁρμόζου τύχην Philem. l.c.; πρός τινα Luc. Merc.Cond. 30; ἁ. σύνεσιν acquire it, Hp. Lex 2.
- 2 of marriage, betroth, Hdt. 9.108; ἁ. κόρᾳ ἄνδρα Pi. P. 9.117; ἁ. γάμον, γάμους, ib. 13, E. Ph. 411:—Med., betroth to oneself, take to wife, τὴν θυγατέρα τινός Hdt. 5.32, 47 (but Med. = Act., 2 Ep.Cor. 11.2); ἁ. ὡς ἐὰν αἱρῆται γάμῳ POxy. 906.7 (ii/iii A. D.):—Pass., ἁρμόσθαι θυγατέρα τινὸς γυναῖκα have her betrothed or married to one, Hdt. 3.137; ὡς ἐκείνῳ τῇδέ τʼ ἦν ἡρμοσμένα as troth was plighted between him and her, S. Ant. 570.
- 3 bind fast, ἁ. τινὰ ἐν ἄρκυσι E. Ba. 231.
- 4 set in order, regulate, govern, στρατόν Pi. N. 8.11:—Pass., [νόμοις] οὐκ ἄλλοισιν ἁρμοσθήσεται S. OC 908; κονδύλοις ἡρμοττόμην I was ruled or drilled with cuffs, Ar. Eq. 1236.
- b in the Spartan Constitution, act as harmost, ἐν ταῖς πόλεσιν X. Lac. 14.2, etc.: c. acc., ἁρμοστὴν ὃς ἥρμοζε τὴν Ἀσίαν Luc. Tox. 17.
- 5 in Music, tune instruments, τὸ σύμφωνον Pl. Phlb. 56a, etc.:—Med., ἁρμόττεσθαι ἁρμονίαν Id. R. 591d; ἁ. λύραν tune oneʼs lyre, ib. 349e; Δωριστὶ ἁ. λύραν Ar. Eq. 989; αὐλόν Luc. Harm. 1 (but μέλη ἔς τι ἁ. adapt them to a subject, Simon. 184):—Pass., of the lyre, ἡρμόσθαι to be tuned, Pl. Tht. 144e, cf. Phd. 85e; ἁρμονίαν καλλίστην ἡρμ. Id. La. 188d; ὁμονοητικὴ καὶ ἡρμοσμένη ψυχή at harmony with itself, Id. R. 554e.
- 6 compose, ᾆσμα Philostr. Her. 19.17.
- II intr., fit well, of clothes or armour, ἥρμοσε δʼ αὐτῷ [θώρηξ] Il. 3.333; Ἕκτορι δʼ ἥρμοσε τεύχεʼ ἐπὶ χροΐ 17.210; ἐσθὰς ἁρμόζοισα γυίοις Pi. P. 4.80; ἆρʼ ἁρμόσει μοι (sc. τὰ ὑποδήματα); Ar. Th. 263; τοῖς τρόποις ἁ. ὥσπερ περὶ πόδα fit like a shoe, Pl. Com. 129; θώραξ περὶ τὰ στέρνα ἁρμόζων X. Cyr. 2.1.16.
- b Math., coincide with, c. dat., Papp. 612.14; correspond, Hero Aut. 1.4.
- 2 suit, be adapted for, τινί S. OT 902 (lyr.), El. 1293, And. 4.6; τόδʼ οὐκ ἐπʼ ἄλλον ἁρμόσει shall not be adapted to another, S. Ant. 1318; κἂν ἐπὶ τῶν θηρίων ἁρμόσειε λόγος Arist. Pol. 1281b19; εἴς τι, πρός τι, Pl. Plt. 289b, 286d; πρὸς τὰς συνουσίας Isoc. 2.34, cf. D. 61.24; of medicines, Dsc. 1.2, al.; of an argument, apply, Arist. Ph. 209a9, al.; τὸ τοῦ Ξενοφάνους ἁρμόττει is applicable, Id. Rh. 1377a19.
- 3 impers., ἁρμόζει it is fitting, c. acc. et inf., σιγᾶν ἂν ἁρμόζοι σε S. Tr. 731: c. inf. only, λόγους οὓς ἁρμόσει λέγειν D. 18.42; πάντα τὰ τοιαῦτα ἁρμόττει καλεῖν Id. 21.166; οὔτε ἁ. μοι οἰκεῖν μετὰ τοιούτων Id. 40.57; τὰ τοιαῦτα ῥηθῆναι μάλιστʼ ἂν ἁρμόσειεν Isoc. 9.72.
- 4 part. ἁρμόζων, ουσα, ον, fitting, suitable, Pi. P. 4.129; ἡ ἁρμόζουσα ἀπόφασις the appropriate verdict, Archim. Sph.Cyl. 1 Praef.; ἀλλήλοις Pl. La. 188d, al.: c. gen., Plb. 1.44.1; πρός τι X. Mem. 4.3.5, etc.
- 5 to be in tune, λύραν ἐπίτεινʼ ἕως ἂν ἁρμόσῃ Macho 2.9.
A tr.
I c. ac. de obj. ext.
1 de concr. unir, trabar, ajustar c. dat. o prep. y dat.
ἥρμοσεν (sc. δοῦρα) ἀλλήλοισι
σφᾶς σιδηραῖς ... ἐν ἄρκυσιν
λίθον ... τῇ σφενδόνῃ
βέλος ... νευρῇ
2 de abstr. adecuar, acompasar c. dat.
βίοτον ... ἥβᾳ
βάσει βάσιν ἅρμοσαι
acompasa tu paso al míoαἰσθέσει πάντα
3 de pers., esp. de mujeres comprometerse, concertar una boda c. dat.
ξυνὸν ἁρμόζοισα θεῷ τε γάμον μιχθέντα κούρᾳ θ' Ὑψέος
(Afrodita) concertando públicamente la unión ya consumada entre el dios y la hija de Hipseoἁρμόσαι οἱ τὴν θυγατέρα
ἐκείνῳ τῇδέ τ' ἦν ἡρμοσμένα
entre aquél y ésta existe un compromisoἁρμόζεται γυνὴ ἀνδρί
• en v. med. mismo sent. y constr.
ἡρμοσάμην γὰρ ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρί
• en v. med. sólo c. el ac. concertar el propio matrimonio
τοῦ Παυσανίης ... ἡρμόσατο θυγατέρα
• tb. abs., en v. act. concertar la boda Pi.P.9.117, Hdt.9.108.
4 poner, plantar el pie
ποδὸς ἴχνια
κἀπὶ γαίας ... πόδας
• calzar
ἀρβύλαισιν ... πόδας
• de armaduras, prendas, etc. ceñir
Κρονίων ... Ἕκτορι δ' ἥρμοσε τεύχε' ἐπὶ χροΐ
• de caballos enfrenar, embridar
ψαλίοις ἵππους
• aplicar
φάρμακον
στόμ' ἅρμοσον
bésame
5 de un cuerpo social, etc. gobernar
οἵ τε ... ἐν Ἀθάναισιν ἅρμοζον στρατόν, οἵ τ' ἀνὰ Σπάρταν
τὴν Ἀσίαν
• abs. esp. en Esparta ejercer la magistratura de harmosta
ἁρμόζοντας ἐν ταῖς πόλεσι
6 en v. med. de instrumentos musicales afinar, templar
αὐτὸν ... Δωριστὶ ... ἁρμόττεσθαι ... τὴν λύραν
τὸν αὐλόν
τῶν χορδῶν ἑκάστην
• en v. act.
ψαλτήριον
II c. ac. de resultado.
1 formar, unir, armar
χαλκῷ ... σχεδίην
ναυπηγίαν
• encajar, encastrar
τοὺς ἁρμούς
• montar
τοὐπτάνιον
• colocar una lápida
ἥρμοσε τίτλον
• componer
ἐξ ἐπέων ... τέκτονες οἷα σοφοὶ ἅρμοσαν
ἐκ τούτων ... πάντα ... ἁρμοσθέντα
ἁ φύσις ... ἁρμόχθη ἐξ ἀπείρων
2 arreglar, adornar
χαίταν στεφάνοισιν
• en v. med. prepararse, disponer para sí
αἶκλον ... ἁρμόξατο
•
ἰητρικὴν ξύνεσιν ἁρμόζεσθαι
3 en v. act. o med. en cont. de mús. ajustar, armonizar, componer
μέλη ... τὸν γλυκὺν ἐς παίδων ἵμερον ἡρμόσατο
Λυδὸν ὃς ἅρμοσε
τὸ σύμφωνον
τὸ ᾆσμα ἡρμόσατο
• c. ac. int. conseguir la armonía
ἁρμονίαν καλλίστην ἡρμοσμένος
τὴν ἐν τῷ σώματι ἁρμονίαν ... ἁρμοττόμενος
τὴν ἁρμονίαν ἁρμόττονται
• abs., part. ἁρμόττων armónico
ἁρμόττουσα ἀναστροφή
τὸ ἡρμοσμένον μέλος
melodía armónica
• subst. armonía
ἀναιρεῖν τὸ ἡρμοσμένον
• fig.
ἡρμοσμένης τῆς ψυχῆς
alma en armonía, equilibradaτῆς διανοίας τὸ ἡρμοσμένον
III c. inf. convenir
σιγᾶν ἂν ἁρμόζοι σε τὸν πλείω λόγον
más valdría que tú callaras el resto de la conversaciónλόγους, οὓς ... ἁρμόσει λέγειν
πάντα τὰ τοιαῦτα ... καλεῖν
τὰ τοιαῦτα ... ῥηθῆναι
• c. inf. y dat.
κἀμοὶ νῦν ... εἰπεῖν
οὔτε ... μοι ... οἰκεῖν
B intr. gener. c. dat. o prep.
I
1 en v. act. ceñir, ajustar
ἥρμοσε δ' αὐτῷ (sc. θώρηξ)
θώραξ ... περὶ τὰ στέρνα
• de un vendaje adaptarse
τὸ ἅρμοσσον σχῆμα τῷ χωρίῳ
• encajar, sentar bien
ἆρ' ἁρμόσει (sc. τὰ ὑποδήματα) μοι;
τὸ ἀπόζεμα ... ἁρμόζον πρὸς πλευρὰς πόνους
la decocción sienta bien para los dolores de costado
• sin dat.
τὸν ἁρμόττοντα ... χιτῶνα
τὸ τοῦ Ξενοφάνους ἁρμόττει
τοῖς ἁρμόζουσι λόγοις
• adecuarse, amoldarse
πρὸς τὴν παροῦσαν ... ἁρμόζου τύχην
χρὴ ... ἡρμοσμένον ἐν οἷς αὐτὸς ... κράτιστός ἐστι ποιεῖσθαι τὰς ἐρωτήσεις
las preguntas han de hacerse ajustándose a aquello en que uno es más competente
2 en v. act. y med. en cont. de mús. ajustarse
οὔτ' ἐ]ν βαρυπενθέσιν ἁρ[μόζει μ]άχαις φόρμιγγος ὀμφά
οἱ δὲ κιθαρῳδοὶ ... τούτοις (τοῖς τρόποις) ἁρμόζονται
• fig. abs. de un plato resultar armonioso Macho 474.
3 cien. coincidir, corresponder
τῶν ἀπορροῶν τὰς μὲν ἁρμόττειν ἐνίοις τῶν πόρων
τῆς σφαίρας ... τὰ σημεῖα ἐπὶ τὰ σημεῖα
ἑτέρα ... διάθεσις ζῳδίων ἁρμόζουσα τῇ πρότερον φανείσῃ
• adaptarse
φύσις ... ποτί τε τὸν κόσμον ἅρμοκται
4 atribuirse, aplicarse, asignarse c. prep.
τάδ' οὐκ ἐπ' ἄλλον ... ἁρμόσει
esto no recaerá sobre otroεἴς τι τούτων (sc. τῶν γενῶν) ... ἁρμόττειν
• c. dat.
εἰ μὴ τάδε ... πᾶσιν ἁρμόσει βροτοῖς
5 convenir, ser adecuado c. dat.
ἃ δ' ἁρμόσει ... τῷ παρόντι
τὸ πρᾶγμα ... ἅπασιν ἡμῖν
ὁ λόγος ... τοῖς καιροῖς
τὰ λεγόμενα ... ἀλλήλοις
οὐδέτερον ... συμποσίῳ γένος
οὐδένα (στρατηγόν) ἁρμόζοντα αὐτῷ (πολέμῳ)
τὴν ἁρμόζουσάν σοι εὔνοιαν
• c. prep.
τῶν ὀρνίθων ὃς ἂν ἁρμόττῃ καθ' ἕκαστον
τὸ σεμνότατον ... πρὸς τὴν σεαυτοῦ φύσιν ἁρμόττον
• abs.
ξείνι' ἁρμόζοντα
presentes adecuadosἁρμόττοντες λόγοι
ὅσσα ἥρμοττε
ἁρμόζουσα γνώμη
τυχεῖν τῶν ἁρμοζόντ[ων
obtener las cosas adecuadas e.d. el castigo apropiado
6 en v. med. dar la conformidad
τοῖς προτεταγμένοις
ἵνα ἐγνωκὼς ἁρμόσῃ
para que, enterado, des tu visto bueno
II tard. pertenecer
Ῥωμαίοις ἁρμόζει τήμερον (sc. Σουανία)
•Deriv. de ἅρμα o ἅρμο (mic. a-mo) sobre un tema en dental o gutural. La aspiración es secundaria.
1. met acc.
a. passend maken, van kleren of wapenrusting, met dat.:
b. in elkaar zetten, vastzetten:
c. een verloving
d. muz., med. stemmen:
e. regelen, besturen:
2. intrans.
a. passen, goed zitten, van kleren of wapenrusting, met dat.:
b. overdr. passen bij:
c. onpers. het is passend, het is gepast,
Bei den Folgd. :
1) anfügen, zusammenfügen, ναυπηγίαν Eur. Cycl. 459 ; τί τινι, Pind. βίοτον σφίσι N. 7.98 ; χαίταν στεφάνοις I. 6.39 ; umgekehrt, ῥόδον κροτάφοις Anacr. 42.9 ; πόδας ἐπὶ γαίας, die Füße auf die Erde setzen, Eur. Or. 233 ; ποδὸς ἴχνια, hintreten, Simon. 26 (VII.253); Plat. nur Phil. 56a τὸ σύμφωνον ; ἔπεα, vom Dichter, Pind. P. 3.114. Bes. ἄνδρα κόρᾳ, verheiraten, Pind. P 9.121 ; γάμον 9.13 ; θυγατέρα τινί, Einem die Tochter verloben, Her. 9.108 ; vgl. Poll. 3.34 ὁ πενθερὸς ἐγγυᾷ, ἁρμόζει ; med., sich vermählen mit, Her. 5.47 u. öfter ; ἅρμοσται τὴν θυγατέρα 3.137, mit ihr vermählt sein ; οὐδʼ ἥρμοζε νυμφίῳ τινί Eur. El. 24.
2) ordnen, befehlen, στρατόν Pind. N. 8.11 ; bes. von den Lazedämonischen Befehlshabern, den Harmosten, πόλιν, auch ἐν τῇ πόλει, Xen. Lac. 14.2 ; Ael. H.A. 13.21. Von Instrumenten, stimmen, λύραν ἐπίτεινʼ ἕως ἂν ἁρμόσῃ Mach. Ath. VII.346, was nachher συμφωνεῖν heißt ; wie Plat. auch das med. braucht, λύραν Rep. I.349e ; Ar. Eq. 984 ; ἁρμονίαν Plat. Rep. IX.591d ; λύρα ἡρμοσμένη Phaed. 85e ; aber Lach. 193b ist ἡρμόσμεθα pass.; komisch, κονδύλοις ἡρμοττόμην Ar. Eq. 1236, ich wurde mit Faustschlägen gestimmt, d.i. erzogen.
3) Am gew. intr., passen, bequem sitzen, von Kleidern u. Waffen, Xen. Cyr. 2.1.16 θώραξ περὶ τὰ στέρνα ἁρμόζων ; ἱμάτια καὶ ὑποδήματα Plat. Soph. 262d ; Ar. Th. 263 u. sonst. Uebh. angemessen sein, καὶ πρέπον εἶναι, Plat. Gorg. 503e, Lach. 188d ; εἰ μὴ τάδε πᾶσιν ἁρμόσει Soph. Ant. 1303 ; vgl. O.R. 902, Tr. 728. Gew. mit dat.; εἴς τι, Plat. Polit. 289b ; πρός τι, Ar. Av. 567 ; Dem. 61.24 ; Pol. 1.26.4, der auch das med. so konstruiert, sich nach etwas fügen ; ἁρμόττει ἐμοὶ εἰπεῖν Dem. 24.4 ; vgl. 18.42 ; – ἁρμόζων, passend, angemessen, ξείνια Pind. P. 4.129 ; λόγοι, = σύμμετροι, Isocr. 4.83 ; καιρὸς καὶ τόπος Pol. 5.98.11 ; vgl. 2.16.15 ; auch mit dem gen., 1.44.4.
[ἀρ-, ἀραρίσκω.]
3 sing. aor. ἥρμοσε Il. 3.333, Il. 17.210: Od. 5.247. (ἐφ-.)
- 1
To fit or adjust (to something): [δούρατʼ] ἀλλήλοισιν Od. 5.247.
- 2
To put together, construct.
In mid.: σχεδίην Od. 5.162.
- 3
To fit well, be well adapted (to something).
With dat.: θώρηξ αὐτῷ Il. 3.333. Cf. Il. 17.210.
- 1
- 1 trans.
- a match, fit οὕτω δʼ ἐδίδου Λίβυς ἁρμόζων κόρᾳ νυμφίον ἄνδρα i. e. marrying P. 9.117 εἰ γάρ σφισιν ἐμπεδοσθενέα βίοτον ἁρμόσαις ἥβᾳ λιπαρῷ τε γήραι διαπλέκοις εὐδαίμονʼ ἐόντα N. 7.98 ἀείσομαι χαίταν στεφάνοισιν ἁρμόζων I. 7.39
- b arrange, set in order ξυνὸν ἁρμόζοισα θεῷ τε γάμον μιχθέντα κούρᾳ θʼ (sc. Ἀφροδίτα) P. 9.13 ἐξ ἐπέων κελαδεννῶν, τέκτονες οἷα σοφοὶ ἅρμοσαν composed P. 3.114 οἵ τε κρανααῖς ἐν Ἀθάναισιν ἅρμοζον στρατόν N. 8.11
- 2 intrans., suit, fit c. dat. ἐσθὰς ἁρμόζοισα θαητοῖσι γυίοις P. 4.80 ξείνιʼ ἁρμόζοντα τεύχων fitting P. 4.129
Strong 718
1. to fit, join.
2. of marriage, to betroth. Mid.,
(a) to join to oneself, marry, take to wife;
(b) to give in marriage: II Co 11:2 (for this there is no direct parallel. But v. M, Pr., 160; MM, s.v.).†
- Ito fit together, join, esp. of joinerʼs work, Od.; so in Mid. to join for oneself, put together, Od.
- 2generally, to fit, adapt, prepare, make ready, Soph.:—Mid. to suit oneself, πρός τινα Luc.
- 3of marriage, ἁρμόζειν τινὶ τὴν θυγατέρα to betroth oneʼs daughter to any one, Hdt.; also, ἁρμ. γάμους Eur.:—Mid. to betroth to oneself, take to wife, τὴν θυγατέρα τινός Hdt.; (so in Mid., NTest.):— Pass., ἡρμόσθαι θυγατέρα τινὸς γυναῖκα to have her betrothed or married to one, Hdt.
- 4to set in order, regulate, govern, Eur.: Pass., Soph.; κονδύλοις ἡρμοττόμην I was ruled or drilled with cuffs, Ar.:—among the Lacedaemonians, to act as harmostes, ἐν ταῖς πόλεσιν Xen.
- 5to arrange according to the laws of harmony, to tune instruments, Plat.:— Pass., ἡρμοσμένος in tune, Plat.
- IIintr. to fit, fit well, of clothes or armour, c. dat. pers., Il.
- 2to fit, suit, be adapted, fit for, τινί Soph.
- 3impers. ἁρμόζει, it is fitting, Lat. decet, c. acc. et inf., Soph.
- 4part., ἁρμόττων, ουσα, ον, fitting, suitable, Plat.; πρός τι Xen.
-
…τί δὲ ἰατρικόν ; οὐχ οὕτως ; οὕτως. δοκεῖ ἂν οὖν τίς σοι, ὦ ἄριστε, μουσικὸς ἀνὴρ ἁρμοττόμενος λύραν ἐθέλειν μουσικοῦ ἀνδρὸς ἐν τῇ ἐπιτάσει καὶ ἀνέσει τῶν χορδῶν πλεονεκτεῖν ἢ ἀξιοῦν πλέον ἔχειν ; οὐκ ἔμοιγε .…
Plato, Republic
-
…ὁσιώτατον καὶ χρησιμώτατον Ἰταλίᾳ πάσῃ συγχέαι μηδὲ σπουδὴν τοῦ δήμου τοσήνδε ἀνατρέψαι, ᾧ τι καὶ παρενδοῦναι προθυμουμένῳ δήμαρχον ὄντα ἥρμοζε, καὶ μὴ αὑτοῦ τὴν ἀρχὴν ἀφαιρουμένην περιιδεῖν ἐπὶ καταγνώσει. καὶ τάδε λέγων καὶ θεοὺς μαρτυρόμενος ἄκων ἄνδρα σύναρχον…
Appian, The Civil Wars
-
…Ἰνώ τʼ Ἀγαύην θʼ, ἥ μʼ ἔτικτʼ Ἐχίονι, Ἀκταίονός τε μητέρʼ, Αὐτονόην λέγω. καὶ σφᾶς σιδηραῖς ἁρμόσας ἐν ἄρκυσιν παύσω κακούργου τῆσδε βακχείας τάχα. λέγουσι δʼ ὥς τις εἰσελήλυθε ξένος, γόης ἐπῳδὸς Λυδίας ἀπὸ χθονός…
Euripides, Bacchae
-
…οὔ τι μάχης ἐκνοστήσαντι δέξεται Ἀνδρομάχη κλυτὰ τεύχεα Πηλεΐωνος. ἦ καὶ κυανέῃσιν ἐπʼ ὀφρύσι νεῦσε Κρονίων. Ἕκτορι δʼ ἥρμοσε τεύχεʼ ἐπὶ χροΐ, δῦ δέ μιν Ἄρης δεινὸς ἐνυάλιος, πλῆσθεν δʼ ἄρα οἱ μέλεʼ ἐντὸς ἀλκῆς καὶ σθένεος…
Homer, Iliad
-
…, οὐ χρὴ ἐπὶ πλέον διδόναι, ἀλλὰ προπίνειν πρὸ τοῦ ῥοφήματος ἢ μελίκρητον, ἢ οἶνον, ὁκότερον ἂν ἁρμόζῃ · τὸ δʼ ἁρμόζον ἐφʼ ἑκάστοισι τῶν τρόπων εἰρήσεται. Ἢν δὲ ὑγραίνηται τὸ στόμα καὶ τὰ ἀπὸ τοῦ πλεύμονος…
Hippocrates, Regimen in Acute Diseases
-
…, τὰ δʼ ἐκχεῖ, τὰ δὲ διασπείρει μάτην · χρόνου γὰρ ἄν σοι καιρὸν ἐξείργοι λόγος. ἃ δʼ ἁρμόσει μοι τῷ παρόντι νῦν χρόνῳ σήμαινʼ, ὅπου φανέντες ἢ κεκρυμμένοι γελῶντας ἐχθροὺς παύσομεν τῇ νῦν ὁδῷ. οὕτω δʼ…
Sophocles, Electra
-
…ἐνθάδʼ ὀδύρεο, μηδέ τοι αἰὼν φθινέτω · ἤδη γάρ σε μάλα πρόφρασσʼ ἀποπέμψω. ἀλλʼ ἄγε δούρατα μακρὰ ταμὼν ἁρμόζεο χαλκῷ εὐρεῖαν σχεδίην · ἀτὰρ ἴκρια πῆξαι ἐπʼ αὐτῆς ὑψοῦ, ὥς σε φέρῃσιν ἐπʼ ἠεροειδέα πόντον. αὐτὰρ ἐγὼ…
Homer, Odyssey
-
…πλέον διδόναι, ἀλλὰ προπίνειν πρὸ τοῦ ῥοφήματος ἢ μελίκρητον, ἢ οἶνον, ὁκότερον ἂν ἁρμόζῃ · τὸ δʼ ἁρμόζον ἐφʼ ἑκάστοισι τῶν τρόπων εἰρήσεται. Ἢν δὲ ὑγραίνηται τὸ στόμα καὶ τὰ ἀπὸ τοῦ πλεύμονος εἴη ὁκοῖα δεῖ ,…
Hippocrates, Regimen in Acute Diseases
-
…ἐπισταμένως καὶ ἐπὶ στάθμην ἴθυνεν. τόφρα δʼ ἔνεικε τέρετρα Καλυψώ, δῖα θεάων · τέτρηνεν δʼ ἄρα πάντα καὶ ἥρμοσεν ἀλλήλοισιν, γόμφοισιν δʼ ἄρα τήν γε καὶ ἁρμονίῃσιν ἄρασσεν. ὅσσον τίς τʼ ἔδαφος νηὸς τορνώσεται ἀνὴρ φορτίδος εὐρείης…
Homer, Odyssey
-
…ταῦτʼ αἰσθόμενος ἐγὼ διεκώλυσα, τοῦτʼ ἐστὶ προδότην εἶναι τῶν φίλων ; ἀποκαλεῖ δὲ κόθορνόν με, ὡς ἀμφοτέροις πειρώμενον ἁρμόττειν. ὅστις δὲ μηδετέροις ἀρέσκει, τοῦτον ὢ πρὸς τῶν θεῶν τί ποτε καὶ καλέσαι χρή ; σὺ γὰρ δὴ…
Xenophon, Hellenica