ἄγνινος
ἄγνινος, made of ἄγνος
ἄγνινος, η, ον,
- made of ἄγνος, Plu. QConv. 2.693f.
hecho de agnocasto
ῥάβδοι
•Cf.
ἄγνινος, η, ον, ou ἄγνιος, α, ον, d’agnus-castus, Plut. M. 693f (ἄγνος 1).
ἄγνινος, Reisk. Conj. für ἄγνιος.