ἄρουρα
ἄρουρα, tilled or arable land, ground, fatherland
- tilled or arable land, Il. 11.68, etc.; φυταλιῆς καὶ ἀρούρης 6.195; οὖθαρ ἀρούρης 9.141, al.; τέλσον ἀρούρης 18.544: in pl., corn-lands, fields, 14.122, 23.599: rare in Prose, Pl. Ti. 22e, Arist. Pol. 1284a30, Inscr.Cypr. l.c.
- 2 generally, earth, ground, ὀλίγη δʼ ἦν ἀμφὶς ἄ. Il. 3.115; σέο δʼ ὀστέα πύσει ἄ. 4.174.
- 3 land, generally, = γῆ; πατρὶς ἄ. father-land, Od. 1.407; ἄ. πατρία, πατρῴα, Pi. O. 2.14, I. 1.35.
- 4 the earth, ἐπὶ ζείδωρον ἄ. Il. 8.486, Od. 7.332; ἄχθος ἀρούρης Il. 18.104. al.
- 5 metaph. of a woman as receiving seed and bearing fruit, Thgn. 582, A. Th. 754 (lyr.), S. OT 1257, cf. Tr. 32; ἄ. θήλεια Pl. Lg. 839a, cf. Ti. 91d.
- II measure of land in Egypt, 100 cubits square, Hdt. 2.168, cf. 141, OGI 90.30, POxy. 45.12, Hecat. Abd. ap. J. Ap. 1.22, PRyl. 143.17 (i A.D.), etc.
- III = σωρὸς σίτου σὺν ἀχύροις (Cypr.), Hsch.
I
1 gener. (la) tierra
ὀλίγη δ' ἦν ἀμφὶς ἄ.
σέο δ' ὀστέα πύσει ἄ.
• (la) tierra como productora de frutos
ζείδωρος ἄ.
Ἄργος ... οὖθαρ ἀρούρης
• de un individuo sin valor
ἄχθος ἀρούρης
2 tierra arable, campo de labor
κατ' ἄρουραν πυρῶν
τέμενος ... φυταλιῆς καὶ ἀρούρης
τέλσον ἀρούρης
• en plu. tierras, campos
ἐδάσσατ' ἀρούρας
ἵνα τοι πλήθωσιν ἄρουραι
ἄρουραι πυρόφοροι
ἄρουραι ἄκαρποι
• fig. ref. a la mujer
ὃς τὴν ἀλλοτρίην βούλετ' ἄρουραν ἀροῦν
(odio al lujurioso) que quiere arar el campo ajenoματρὸς ἁγνὰν σπείρας ἄρουραν
• como epít. de María, Chrys.M.61.737
• ref. al amor
Ἀφροδίτας ἄρουραν ... ἀναπολίζομεν
3 tierra en sent. geográfico como lugar de origen, heredad, etc.
πατρίς ἄ.
ἄ. πατρία
4 suelo
ἀνδρομέου ποδὸς ὕψος ὑπερτέλλουσαν ἀρούρης
II en Egipto arura medida de superficie equivalente a 2.623 m2
ἡ δέ ἄρουρα ἑκατὸν πήχεών ἐστι Αἰγυπτίων
III Ἄρουρα mit. La Madre Tierra Nonn.D.1.154.
IV agr. parva de trigo (Chipr.), Hsch.
•Tema fem. en -iə < *-Hi̯2- de la raíz *H2er-Hu̯2- ‘arar’, cf. aruum, etc.
1. ploegland, bouwland, akker;
2. als Egyptische oppervlaktemaat aroura.
1) Ackerland ; τέμενος, καλὸν φυταλιῆς καὶ ἀρούρης Il. 6.195 ; vgl. 18.541 ; im plur., ἄρουραι πυροφόροι 14.122 ; vgl. 23.599, 22.489, Od. 6.10 ; ἀρούρης καρπὸν ἔδειν Il. 6.142 ; ἐπὶ ζείδωρον ἄρουραν u. ἐπʼ εὐρέα νῶτα θαλάσσης entgegengesetzt 20.226 ; allgemeiner, οἶνον, καρπὸν ἀρούρης 3.246, Κυκλώπεσσι φέρει ζείδωρος ἄρουρα οἶνον Od. 9.357 ; ἐπιξύνῳ ἐν ἀρούρῃ, auf einem Grenzraine, Il. 12.422 ; πατρὶς ἄρουρα, das Vaterland, Od. 1.407 ; τοῦ μέν κεν ἐπὶ ζείδωρον ἄρουραν ἄσβεστον κλέος εἴη, die ganze Erde, 7.332 ; ἐτώσιον ἄχθος ἀρούρης Il. 18.104 ; αὔτως ἄχθος ἀρούρης Od. 20.379 ; personifiziert, τέκε δὲ ζείδωρος ἄρουρα, den Erechtheus, Il. 2.548 ; οὓς μηκίστους θρέψε ζείδωρος ἄρουρα καὶ πολὺ καλλίστους μετὰ Ὠρίωνα, den Otos u. Ephialtes, Od. 11.309. Uebertr., der Mutterschoß, Aesch. Spt. 736 ; Soph. O.R. 1257 ; Plat. Legg. VIII.839a.
2) als bestimmtes Feld- u. Flächenmaß, eine Hufe : die ägyptische, Her. 2.168, enthält 22500 ägypt. Quadratfuß ; die griech. 2500 griech. Quadratfuß, u. ist der vierte Teil des Plethrums, 16.7 preuß. Quadratruten.
-ης, ἡ
[ἀρόω.]
- 1
Arable land Il. 6.195, Il. 12.314, Il. 20.185.
- 2
A field: πυρῶν Il. 11.68. Cf. Il. 11.558, Il. 12.422, Il. 13.707, Il. 14.122, Il. 18.541, 544, Il. 21.405, Il. 22.489, Il. 23.599: ἐδάσσαιτʼ ἀρούρας Od. 6.10.
- 3
Ground, space: ὀλίγη ἦν ἀμφὶς ἀ. Il. 3.115.
- 4
In pl., the fields, the land: ὅτε χιὼν ἐπάλυνεν ἀρούρας Il. 10.7. Cf. Il. 7.421: = Od. 19.433.
- 5
The earth, the soil: καρπὸν ἀρούρης Il. 3.246, Il. 6.142, Il. 21.465. Cf. Il. 2.548, Il. 4.174, Il. 8.486, Il. 9.141 = 283, Il. 18.104, Il. 21.232: Od. 3.3 = Od. 12.386, Od. 4.229, Od. 5.463, Od. 7.332, Od. 9.357, Od. 11.309, Od. 13.354, Od. 19.593, Od. 20.379.
- 6
The land as opposed to the sea Il. 20.226.
- 7
A particular country: πατρὶς ἀ. Od. 1.407, Od. 10.29, Od. 20.193. Cf. Od. 2.328, Od. 23.311.
- 1
- a soil, earth pl. fields “ἂν δʼ εὐθὺς ἁρπάξαις ἀρούρας δεξιτερᾷ προτυχὸν ξένιον μάστευε δοῦναι” (= βώλακα v. 37) P. 4.34 τεκμαίρει καί νυν Ἀλκιμίδας τὸ συγγενὲς ἰδεῖν ἄγχι καρποφόροις ἀρούραισιν N. 6.9 ἐν σχερῷ δʼ οὔτʼ ὦν μέλαιναι καρπὸν ἔδωκαν ἄρουραι N. 11.39 εἰ καί τι Διωνύσου ἄρο[υρ]α φέρει βιόδωρον ἀμαχανίας ἄκος Pae. 4.25
- b generally, lands, estates εὔφρων ἄρουραν ἔτι πατρίαν σφίσιν κόμισον λοιπῷ γένει i. e. the land of Akragas O. 2.14 ὁμιλέων παρʼ οἰκείαις ἀρούραις O. 12.19 καὶ ἐν ἀλλοδαπαῖς σπέρμʼ ἀρούραις τουτάκις ὑμετέρας ἀκτῖνος ὄλβου δέξατο μοιρίδιον ἆμαρ ἢ νύκτες (Hermann: -αισι codd.) P. 4.255 ἐν ἀφνεαῖς ἀρούραισι Πυλάδα νικῶν ξένου Λάκωνος Ὀρέστα (ἐν τοῖς Πυθίοις. Σ.) P. 11.15 Αἰακίδας ἐγέραιρεν ματρόπολίν τε, φίλαν ξένων ἄρουραν Aigina N. 5.8 γαρύσομαι τὰν Ἀσωποδώρου πατρὸς αἶσαν Ἐρχομενοῖό τε πατρῴαν ἄρουραν I. 1.35 ἔιδεν οὔτε πατρωίαις ἐν ἀρού[ραις] ἵππους Μυρμιδόνων in Phthia Pae. 6.106
- c met. ἦ γὰρ ἑλικώπιδος Ἀφροδίτας ἄρουραν ἢ Χαρίτων ἀναπολίζομεν P. 6.2
- Itilled or arable land, seed-land, cornland, Lat. arvum, and in pl. corn-lands, fields, Il.: then, generally, land, earth, Il.; πατρὶς ἄρουρα father land, Od.
- 2metaph. of a woman as bearing children, Aesch., Soph.
- IIa measure of land in Egypt, nearly = the Roman jugerum, Hdt.
-
…αὐτίκα, φησί, τεθναίην, δίκην ἐπιθεὶς τῷ ἀδικοῦντι, ἵνα μὴ ἐνθάδε μένω καταγέλαστος παρὰ νηυσὶ κορωνίσιν ἄχθος ἀρούρης. μὴ αὐτὸν οἴει φροντίσαι θανάτου καὶ κινδύνου ; οὕτω γὰρ ἔχει, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τῇ ἀληθείᾳ ·…
Plato, Apology
-
…σε κεύσω · λίην γάρ τινά φασιν ἀτάσθαλον Ἀπόλλωνα ἔσσεσθαι, μέγα δὲ πρυτανευσέμεν ἀθανάτοισι καὶ θνητοῖσι βροτοῖσιν ἐπὶ ζείδωρον ἄρουραν. τῷ ῥʼ αἰνῶς δείδοικα κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν, μή, ὁπότʼ ἂν τὸ πρῶτον ἴδῃ φάος ἠελίοιο…
NA, Homeric Hymns
-
…δεπάεσσιν ἐν Λυκίῃ, πάντες δὲ θεοὺς ὣς εἰσορόωσι, καὶ τέμενος νεμόμεσθα μέγα Ξάνθοιο παρʼ ὄχθας καλὸν φυταλιῆς καὶ ἀρούρης πυροφόροιο ; τὼ νῦν χρὴ Λυκίοισι μέτα πρώτοισιν ἐόντας ἑστάμεν ἠδὲ μάχης καυστείρης ἀντιβολῆσαι, ὄφρά τις ὧδʼ εἴπῃ Λυκίων…
Homer, Iliad
-
…τοῦτον ἔχεις ἐπίμαστον ἀλήτην, σίτου καὶ οἴνου κεχρημένον, οὐδέ τι ἔργων ἔμπαιον οὐδὲ βίης, ἀλλʼ αὔτως ἄχθος ἀρούρης. ἄλλος δʼ αὖτέ τις οὗτος ἀνέστη μαντεύεσθαι. ἀλλʼ εἴ μοί τι πίθοιο, τό κεν πολὺ κέρδιον εἴη…
Homer, Odyssey
-
…δὲ γυναῖκες ἐοικότα τέκνα γονεῦσιν · θάλλουσιν δʼ ἀγαθοῖσι διαμπερές · οὐδʼ ἐπὶ νηῶν νίσσονται, καρπὸν δὲ φέρει ζείδωρος ἄρουρα. οἷς δʼ ὕβρις τε μέμηλε κακὴ καὶ σχέτλια ἔργα, τοῖς δὲ δίκην Κρονίδης τεκμαίρεται εὐρύοπα Ζεύς. πολλάκι…
Hesiod, Works and Days
-
…ἠμαθόεντος ἢ ὅ γε καὶ Σπάρτηθεν, ἐπεί νύ περ ἵεται αἰνῶς · ἠὲ καὶ εἰς Ἐφύρην ἐθέλει, πίειραν ἄρουραν, ἐλθεῖν, ὄφρʼ ἔνθεν θυμοφθόρα φάρμακʼ ἐνείκῃ, ἐν δὲ βάλῃ κρητῆρι καὶ ἡμέας πάντας ὀλέσσῃ. ἄλλος δʼ…
Homer, Odyssey
-
…δμῶές τε καὶ αὐτὸς, αὔην καὶ διερὴν ἀρόων ἀρότοιο καθʼ ὥρην, πρωὶ μάλα σπεύδων, ἵνα τοι πλήθωσιν ἄρουραι. ἦρι πολεῖν · θέρεος δὲ νεωμένη οὔ σʼ ἀπατήσει. νειὸν δὲ σπείρειν ἔτι κουφίζουσαν ἄρουραν · νειὸς ἀλεξιάρη…
Hesiod, Works and Days
-
…γυναῖκας ἐείκοσιν αὐτὸς ἑλέσθαι, αἵ κε μετʼ Ἀργείην Ἑλένην κάλλισται ἔωσιν. εἰ δέ κεν Ἄργος ἱκοίμεθʼ Ἀχαιϊκὸν οὖθαρ ἀρούρης γαμβρός κέν οἱ ἔοις · τίσει δέ σε ἶσον Ὀρέστῃ, ὅς οἱ τηλύγετος τρέφεται θαλίῃ ἔνι πολλῇ. τρεῖς…
Homer, Iliad
-
…, εἴσατο δὲ χθών · γήθησέν τʼ ἄρʼ ἔπειτα πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς, χαίρων ᾗ γαίῃ, κύσε δὲ ζείδωρον ἄρουραν. αὐτίκα δὲ νύμφῃς ἠρήσατο, χεῖρας ἀνασχών · νύμφαι νηϊάδες, κοῦραι Διός, οὔ ποτʼ ἐγώ γε ὄψεσθʼ…
Homer, Odyssey
-
…θυμὸν ἔχοντες ἐν μακάρων νήσοισι παρʼ Ὠκεανὸν βαθυδίνην, ὄλβιοι ἥρωες, τοῖσιν μελιηδέα καρπὸν τρὶς ἔτεος θάλλοντα φέρει ζείδωρος ἄρουρα. μηκέτʼ ἔπειτʼ ὤφελλον ἐγὼ πέμπτοισι μετεῖναι ἀνδράσιν, ἀλλʼ ἢ πρόσθε θανεῖν ἢ ἔπειτα γενέσθαι. νῦν γὰρ δὴ…
Hesiod, Works and Days