ἀρουρίτης Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἀρουρ-ίτης, v. -είτης. ἀρουρίτης -ου, ὁ del campo μῦς Babr.108.27. ἀρουρίτης, ου [ᾰῑ] adj. m. des champs, rustique, Babr. 105, 29. Étym. ἄρουρα. ἀρουρίτης, μῦς, ὁ, die Feldmaus, Babr. 108.27.