ἀρούριον
ἀρούρ-ιον, τό, Dim. of ἄρουρα, AP 11.365 (Agath.).
dim. de ἄρουρα pequeño campo de labor
εἴπερ ἐπομβρηθῇ τὸ ἀ. ... μηδέ τιν' ὑλαίην τέξεται ἀνθοσύνην
ἀρούριον, ου (τὸ) [ᾰ] petit champ, Anth. 11, 365.
Étym. ἄρουρα.
ἀρούριον, dim. von ἄρουρα, ein kleines Landgut, Agath. 71 (XI.365).
ἀρούριον
Dim. of ἄρουρα, Anth.