σπείρω
σπείρω, to sow
- sow,
- I sow seed, c. acc., [κέγχρους] Hes. Sc. 399; σῖτον Hdt. 4.17; στάχυν E. Cyc. 121; of Cadmus, σ. γηγενῆ στάχυν Id. Ba. 264 (so in Med., σπείρασθαι ὀδόντας A.R. 3.1028): abs., sow, Hes. Op. 391; opp. θερίζω, Ar. Av. 710, etc.: metaph., θερ. καὶ σ. ταῖς γλώσσαις, of corrupt orators, ib. 1697 (lyr.); καρπὸν ὧν ἔσπειρε θερίζειν Pl. Phdr. 260d; αἰσχρῶς μὲν ἔσπειρας κακῶς δὲ ἐθέρισας Gorg. 16: prov., εἰς πέτρας τε καὶ λίθους σ. Pl. Lg. 838e; σ. κατὰ πετρῶν, i.e. εἰς πέλαγος (cf. σπέρμα I.1), Luc. Am. 20.
- 2 engender, beget offspring (cf. II.2), S. Aj. 1293, Tr. 33, E. Ion 49, etc.; οἱ σπείραντες the parents, IG 3.1339, cf. 14.1794 (Rome); ἄθυτα παλλακῶν σπέρματα σ. Pl. Lg. 841d:—Pass., spring or be born, ὅθενπερ αὐτὸς ἐσπάρη S. OT 1498, cf. E. Ion 554 (troch.), Pl. R. 460b; πρὸ τοῦ Ζήνωνα . . σπαρῆναι before Z. was begotten, Phld. Rh. 2.110 S.
- 3 scatter like seed, strew, χρυσὸν καὶ ἄργυρον Hdt. 7.107; σ. φλόγα Trag.Adesp. 85; of liquids, scatter or sprinkle, ἐκ τευχέων σ. δρόσον E. Andr. 167; spread abroad, extend, σ. ἀγλαΐαν νάσῳ Pi. N. 1.13; spread rumour, σ. ματαίαν βάξιν S. El. 642; μὴ σπεῖρε πολλοῖς τὸν παρόντα δαίμονα do not speak of it indiscriminately, Id. Fr. 653:—Pass., to be scattered or dispersed, ἐσπαρμένος κατὰ . . πόλιν, of the ashes of Solon scattered over Salamis, Cratin. 228; τόξα δʼ ἔσπαρται πέδῳ E. HF 1098; of persons, ἐσπάρησαν καθʼ Ἑλλάδα Th. 2.27; ἐσπαρμένοι εἰς ἁρπαγήν X. HG 3.4.22; κατὰ χώραν ib. 6.2.17; ἔσπαρται λόγος E. Fr. 846 ap. Ar. Ra. 1206.
- II sow a field, νειόν Hes. Op. 463; γῆν, τέμενος, πεδιάδα, Hdt. 4.42, 9.116, 122; ἄρουραν A. Fr. 158; ἡ σπειρομένη Αἴγυπτος the arable part of Egypt, Hdt. 2.77; τυχεῖν μὲν ἤδη ʼσπαρμένα Ar. Pax 1140; ἀροῦται καὶ σπείρεται τὸ Θηβαίων ἄστυ Din. 1.24: prov., πόντον σπείρειν, of lost labour, Thgn. 106, 107: metaph., καινοτάταις σ. διανοίαις Ar. V. 1044; σ. εἰς ἀρετῆς ἔκφυσιν Pl. Lg. 777e; τοὺς ἐν γράμμασι κήπους Id. Phdr. 276d.
- 2 of procreation, ματρὸς . . σ. ἄρουραν A. Th. 754; σ. τέκνων ἄλοκα E. Ph. 18; σ. λέχη Id. Ion 64; ἣν ἔσπειρε, i.e. his wife, Lib. Or. 37.9; v. supr. I.2.
1. met acc. v.h. inw. obj.
a. zaaien:
b. uitbr. verwekken:
2. met acc. v.h. uitw. obj.
a. bezaaien:
b. overdr. bevruchten:
säen, Samen ausstreuen, Hes. O. 393, Sc. 399 ; – übertr., von Menschen ; μὴ πρὸς ἁγνὰν σπείρας ἄρουραν, Aesch. Spt. 736 ; μὴ σπεῖρε τέκνων ἄλοκα, Eur. Phoen. 18 ; – σῖτον, Her. 3.100, 4.17 ; Δήμητρος στάχυν, Eur. Cycl. 121 ; Bacch. 264 ; ὃν καρπὸν ἔσπειρε, Plat. Phaedr. 260d ; σπαρέντων ποτὲ ὀδόντων, Legg. II.663e ; – auch besäen, νειόν, Hes. O. 465 ; πεδιάδα, Her. 9.122 ; ὃς τὴν ἀρίστην Χερρονησίαν πλάκα σπείρει, Eur. Hec. 9, vgl. Heracl. 840 ; und übertr., τινὰ καινοτάταις διανοίαις, Ar. Vesp. 1044 ; dah. sprichwörtlich von fruchtlosen Bemühungen πόντον σπείρειν, das Meer besäen, Theogn. 106 ; auch εἰς ὕδωρ u. ἐν ὕδατι σπείρειν. – Ueberh. zeugen, erzeugen ; παῖδας, οὓς κεῖνός ποτε σπείρων μόνον προσεῖδε, Soph. Trach. 33 ; Ἀτρέα, ὃς αὖ σʼ ἔσπειρε, Aj. 1272 ; ὅθεν περ αὐτὸς ἐσπάρη, O.R. 1498 ; βρότειον σπεῖραι γένος, Eur. Hipp. 618, ἵνα ὡς πλεῖστοι τῶν παίδων ἐκ τῶν τοιούτων σπείρωνται, Plat. Rep. V.460b. – Ausstreuen, verbreiten ; μὴ σπείρῃ ματαίαν βάξιν εἰσπᾶσαν πόλιν, Soph. El. 632 ; ὡς ὁ πλεῖστος ἔσπαρται λόγος, Ar. Ran. 1204 ; τὸν χρυσὸν καὶ τὸν ἄργυρον ἐς τὸν Στρυμόνα, Her. 7.107 ; – im pass., zerstreut werden, sich zerstreuen ; ἐσπάρησαν κατὰ τὴν ἄλλην Ἑλλάδα, Thuc. 2.27 ; ἐς ἁρπαγήν, sich zerstreuen, Xen. Hell. 3.4.22 ; Folgde : auch von flüssigen Dingen, sprengen, spritzen ; φλόγα, sprühen, Arist. poet. 13.
- 1sow met. σπεῖρέ νυν ἀγλαίαν τινὰ νάσῳ (Beck e Σ: ἔγειρέ νυν codd.) N. 1.13
Strong 4687
*
to sow (seed): absol., Mt 6:26 13:3, 4, 18 25:24, 26, Mk 4:3, 4, Lk 8:5 12:24, Jo 4:36, II Co 9:10; c. acc. rei, Mt 13:24, 27, 37, 39, Mk 4:32, Lk 8:5, I Co 15:36, 37; seq. εἰς, Mt 13:22, Mk 4:18; ἐν, Mt 13:24, 31; ἐπί, c. gen., Mk 4:31; ἐπί, c. acc, Mt 13:20, 23, Mk 4:16, 20; παρά, c. acc., Mt 13:19. Metaph.: I Co 9:11 15:42-44, Ga 6:7, 8, Ja 3:18; in proverbial sayings, Mt 25:24, 26, Lk 19:21, 22, Jo 4:37, II Co 9:6, Ga 6:7; in interpretation of parables, Mt 13:19-23, Mk 4:14-20 †
- to sow:
- Ito sow seed, Hes., Attic
- 2to sow children, to engender, beget them, Soph.:—Pass. to be born, Soph., Eur.
- 3to scatter like seed, strew, throw about, χρυσὸν καὶ ἄργυρον Hdt.; δρόσον Eur.:—to spread abroad, as Virgil spargere voces, Soph.:—Pass. to be scattered, dispersed, Eur., Thuc.
- IIto sow a field, Hes., Hdt., etc.: Pass., ἡ σπειρομένη Αἴγυπτος the arable part of Egypt, Hdt.
- 2proverb., πόντον σπείρειν, of lost labour, Theogn.
-
…μῦθος, οὐδὲ πᾶν ἀναπτύξαι πρέπει πρὸς φῶς παρούσης τῆσδε πλησίας ἐμοί, μὴ σὺν φθόνῳ τε καὶ πολυγλώσσῳ βοῇ σπείρῃ ματαίαν βάξιν εἰς πᾶσαν πόλιν. ἀλλʼ ὧδʼ ἄκουε · τῇδε γὰρ κἀγὼ φράσω. ἃ γὰρ προσεῖδον νυκτὶ τῇδε…
Sophocles, Electra
-
…μεθορία τῆς Ἀργείας καὶ Λακωνικῆς ἐστίν, ἐπὶ θάλασσαν καθήκουσα. καὶ οἱ μὲν αὐτῶν ἐνταῦθα ᾤκησαν, οἱ δʼ ἐσπάρησαν κατὰ τὴν ἄλλην Ἑλλάδα. τοῦ δʼ αὐτοῦ θέρους νουμηνίᾳ κατὰ σελήνην, ὥσπερ καὶ μόνον δοκεῖ εἶναι γίγνεσθαι δυνατόν…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…δίκην γὰρ ἀξίαν ἐλάμβανες. νῦν δʼ ἐκ δόμων ἄτιμος ἐκβεβλήσομαι ὁ Κάδμος ὁ μέγας, ὃς τὸ Θηβαίων γένος ἔσπειρα κἀξήμησα κάλλιστον θέρος. ὦ φίλτατʼ ἀνδρῶν καὶ γὰρ οὐκέτʼ ὢν ὅμως τῶν φιλτάτων ἔμοιγʼ ἀριθμήσῃ, τέκνον οὐκέτι γενείου…
Euripides, Bacchae
-
…ἠκούσαμεν · λεύσσω γὰρ αὐτήν, ὄψιν οὐκ εὐδαίμονα. πάτερ, μέγιστον κομπάσαι πάρεστί σοι, πάντων ἀρίστας θυγατέρας σπεῖραι μακρῷ θνητῶν · ἁπάσας εἶπον, ἐξόχως δʼ ἐμέ, ἣ τὰς παρʼ ἱστοῖς ἐκλιποῦσα κερκίδας ἐς μείζονʼ ἥκω ,…
Euripides, Bacchae
-
…ὃν θρηνεῖς ἀεί, τὴν σὴν ὅμαιμον μοῦνος Ἑλλήνων ἔτλη θῦσαι θεοῖσιν, οὐκ ἴσον καμὼν ἐμοὶ λύπης, ὅς ἔσπειρʼ, ὥσπερ ἡ τίκτουσʼ ἐγώ. εἶεν, δίδαξον δή με τοῦ χάριν, τίνων ἔθυσεν αὐτήν · πότερον Ἀργείων…
Sophocles, Electra
-
…. θάνοιμʼ ἐκείνην καίπερ οὐκ οὖσαν προδούς. δέχου νυν εἴσω τήνδε γενναίων δόμων. μή, πρός σε τοῦ σπείραντος ἄντομαι Διός. καὶ μὴν ἁμαρτήσῃ γε μὴ δράσας τάδε. καὶ δρῶν γε λύπῃ καρδίαν δηχθήσομαι. πιθοῦ ·…
Euripides, Alcestis
-
…, τὸν δὲ νούσῳ τελευτήσαντα οὐ κατασιτέονται ἀλλὰ γῇ κρύπτουσι, συμφορὴν ποιεύμενοι ὅτι οὐκ ἵκετο ἐς τὸ τυθῆναι. σπείρουσι δὲ οὐδέν, ἀλλʼ ἀπὸ κτηνέων ζώουσι καὶ ἰχθύων · οἱ δὲ ἄφθονοί σφι ἐκ τοῦ Ἀράξεω ποταμοῦ παραγίνονται ·…
Herodotus, The Histories
-
…δʼ αὐτίκα. ἰδού, σὺ δείξεις ; φημί. καὶ δὴ χρὴ λέγειν. Αἴγυπτος, ὡς ὁ πλεῖστος ἔσπαρται λόγος, ξὺν παισὶ πεντήκοντα ναυτίλῳ πλάτῃ Ἄργος κατασχών ληκύθιον ἀπώλεσεν. τουτὶ τί ἦν τὸ ληκύθιον ; οὐ κλαύσεται…
Aristophanes, Frogs
-
…οἵ τε θαλάσσης ἐγγύθι ναιετάουσʼ, οἵ τʼ ἄγκεα βησσήεντα, πόντου κυμαίνοντος ἀπόπροθι, πίονα χῶρον ναίουσιν · γυμνὸν σπείρειν, γυμνὸν δὲ βοωτεῖν, γυμνὸν δʼ ἀμάειν, εἴ χʼ ὥρια πάντʼ ἐθέλῃσθα ἔργα κομίζεσθαι Δημήτερος · ὥς τοι…
Hesiod, Works and Days
-
…οὐκ ἄγοντές πω σχολὴν διαλαχεῖν ἐπεκήρυττον ἐν τοσῷδε τοῖς ἐθέλουσιν ἐκπονεῖν ἐπὶ τέλει τῶν ἐτησίων καρπῶν, δεκάτῃ μὲν τῶν σπειρομένων, πέμπτῃ δὲ τῶν φυτευομένων. ὥριστο δὲ καὶ τοῖς προβατεύουσι τέλη μειζόνων τε καὶ ἐλαττόνων ζῴων. καὶ τάδε…
Appian, The Civil Wars