ἄρσιχος Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἄρσῐχος, v. ἄρριχος. ἄρσιχος v. ἄρριχος. ἄρσιχος, ου (ὁ) c. ἄρρικος, DS. 20, 41. ἄρσιχος, ὁ, = ἄρριχος, DS. 20.41, v.l.