ἄσταθμος
ἄσταθμος, unweighed, without record of weight
ἄσταθμ-ος, ον,
- unweighed, without record of weight, IG 1.121.4, al., Epigr.Gr. 805.
no pesado, sin pesar
φιάλ] χρυσ
κύλιξς ἀργυρᾶ
κόρ χρυσῆ
ἀκινάκς ἐπίχρυσος
ἄγαλμα
νομίσματα