Ἀράδιος Save DGE Bailly 2024 Ἀράδιος -α, -ον aradio ét. de Arado, Hdt.7.98, Str.16.2.12, St.Byz.s.u. Ἄραδος. Ἀράδιος, ου (ὁ) d’Arados, Hdt. 7, 98, etc. Étym. Ἄραδος.