ἀριστοπραγέω
ἀριστο-πρᾱγέω, (πρᾶγος)
- = ἀριστεύω, Eust. 621.39.
sobresalir
ἥρωας ... μὴ ἀριστοπραγοῦντας οἴκοθεν
ἀριστοπραγέω, [ρᾱ], = ἀριστεύω, Eust.
sobresalir
ἥρωας ... μὴ ἀριστοπραγοῦντας οἴκοθεν