ἀχάλαστος Save DGE Bailly 2024 ἀχάλαστος -ον que no se atrasa ἡ τοῦ χρόνου κίνησις Procl.in Ti.3.30.12. ἀ·χάλαστος, ος, ον, non relâché, Nyss. 1, 288d. Étym. ἀ, χαλάω.