ἐγγαστρόχειρ Save LSJ Pape ἐγγαστρόχειρ, χειρος, ὁ, = ἐγχειρογάστωρ, Sch.Par. A.R. 1.989. ἐγγαστρόχειρ, = ἐγχειρογάστωρ, Schol. Ap.Rh. 1.989.