ἐγγεννάω
ἐγγεννάω, generate
- generate or produce in, τινί Plu. Sanit. 2.132e: abs., Them. Or. 13.166d.
engendrar, producir, generar c. compl. dir. y dat.
τοῖς κακοῖς ... τὸ τρεῖν
τῷ σώματι ... δριμύτητας
φωνὴν ... ἀκοῇ
ἀηδίαν ... πάσῃ χώρᾳ
μοναχῶν ... ζῆλον τοῖς πλείστοις
αὐτῷ (ἀέρι) τὸ σκότος
αὐτήν (ποικιλίαν) ... τοῖς αἰσθητοῖς
φλεγμονήν
en tejidos cauterizadosἑαυτοῖς (ταῦτα)
διὰ τοῦ ἐνὸς σωλῆνος ... ἀτμόν
θερμασίαν ... περὶ στόμαχον
πρὸς ἀνθρώπους ... ὑποψίας
βούπρηστιν ... ἐν τῷ χόρτῳ
τοῖς νέοις ὁρμὴ καὶ φιλοτιμία
μυῶν πλῆθος ... τοῖς πεδίοις
ἔν τισι τῶν ... μορίων πνεῦμα φυσῶδες