ἐδάφιον
ἐδᾰφ-ιον, τό,
- Dim. of >ἔδαφος 4, Alex.Aphr. in Metaph. 738.17; τῶν κατηγοριῶν τὰ ἐ. Dexipp. in Cat. 5.14, cf. Eust. 1532.63, Tz. H. 4.202, Sch. Pi. O. 5.1.
1 pequeño terreno
κενὸν ἐ.
2 texto, edición, manuscrito
ὁ ἐν τῷ ἐδαφίῳ ... γράφων
τῶν Κατηγοριῶν νενοηκέναι πρῶτον τὰ ἐδάφια ἀκριβῶς
αὕτη ἡ ᾠδὴ ἐν μὲν τοῖς ἐδαφίοις οὐκ ἦν
• texto consagrado e.e. texto base
τὸ ἐ. τοῦ Ἀποστόλου ἀναγνωσθῆναι
ἐδάφιον, τό, dim. zu ἔδαφος, Grundtext, Eust.