ἐθελοντί
ἐθελοντί, voluntarily
ἐθελοντ-ί, Adv.
- = ἐθελοντηδόν, Th. 8.2, Plb. 2.22.5, D.S. 18.53, etc.
adv. voluntariamente, espontáneamente
ἐ. ἰτέον ἐπὶ τοὺς Ἀθηναίους
ἐ. κατώλισθον εἰς ἀπόστασιν
ἐθελοντί, adv. volontairement, Thc. 8, 2 ; DS. 18, 53.
Étym. ἐθέλω.
ἐθελοντί, = ἐθελοντήν, Thuc. 8.2, DS. 18.53 u. a.Sp.
ἐθελοντί
= ἐθελοντηδόν, Thuc.