ἐθελοκωφέω
ἐθελοκωφέω, affect deafness
ἐθελο-κωφέω,
- affect deafness, ἐπείγεσθαι S.E. M. 11.202, Str. 1.2.30, Procop. Goth. 4.12.
hacer oídos sordos, hacer caso omiso
συγκρύφων πρόσωπον καὶ ἐθελοκωφῶν
ἀλλὰ καὶ λέγει (Ὅμηρος), οὐ δοκεῖ τοῖς ἐθελοκωφοῦσιν
si bien incluso cuando Homero dice algo, no se lo parece a los que se hacen los sordosἐθελοκωφοῦντες ὅτι δὴ οὐκ ἐπαΐοιεν προσεποιοῦντο
περὶ τῶν χρημάτων
πρὸς τὴν ἀλήθειαν
ἐθελο·κωφέω-ῶ, faire le sourd, DS. Exc. Vat. 81, 26 ; Str. 36 ; τι, Clém. 773, 42, ne vouloir pas entendre qqe ch.
Étym. ἐθέλω, κωφός.
ἐθελοκωφέω, sich taub stellen, nicht hören wollen, Strab. 1.2.30 ; Clem.Al.