ἐθελοευλάβεια Save DGE Bailly 2024 ἐθελοευλάβεια -ας, ἡ escrúpulo fingido κενόδοξος Basil.M.31.1413C. ἐθελο·ευλάβεια, ας (ἡ) piété affectée, Bas. 3, 1413 c Migne. Étym. ἐθέλω, εὐλάβεια.