ἐθελόντως
ἐθελόντ-ως, = foreg., Sch. Il. 19.79.
adv. voluntariamente expl. de
ἑσταότως
ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων ... ἐ. τὴν τῆς δουλείας μορφὴν ὑποδύεται
ἐθελόντως, adv. c. ἐθελοντί, Nyss. 1, 1201 b Migne.
ἐθελόντως, = ἐθελοντήν, Schol. Il. 19.79.