ἐκμηχανάομαι
ἐκμηχανάομαι, contrive
ἐκμηχᾰνάομαι, aor. Pass. ἐξεμηχανήθην,
- contrive, J. AJ 8.3.4, Hsch.
1 tramar, maquinar
πολυτρόπους δόλους
2 llevar a término, realizar
οἶμαι γὰρ ... (τὴν καρδίαν) τὴν τοῦ ἀέρος ὁλκήν τε καὶ ἐμπνοὴν ἐκμηχανᾶσθαι τῷ πνεύμονι
ἐκ·μηχανάομαι-ῶμαι [χᾰ] imaginer habilement, Jos. A.J. 8, 3, 4.
ἐκμηχανάομαι, ganz künstlich aussinnen, Jos.