ἐκμυζηθμός Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἐκμυζ-ηθμός, ὁ, = sq., Alex.Trall. 3.3. ἐκμυζηθμός -οῦ, ὁ succión διὰ τοῦ στόματος Orib.Eup.4.36.5, cf. Alex.Trall.2.95.20. ἐκ·μυζηθμός, οῦ (ὁ) c. le suiv. Gal. 13, 408d. ἐκμυζηθμός, ὁ, das Aussaugen, Galen.