ἐκμελανίζω
ἐκμελανίζω, lose colour
ἐκμελᾰνίζω,
- lose colour, Olymp.Alch. p.91 B.
perder el color negro
κατὰ στέρησιν τοῦ μέλανος
ἐκμελανίζω, lose colour
perder el color negro
κατὰ στέρησιν τοῦ μέλανος