ἐκμόχλευσις Save LSJ DGE ἐκμόχλ-ευσις, εως, ἡ, f.l. for ἐκχόλωσις, Paul.Aeg. 3.13. ἐκμόχλευσις -εως, ἡ arq. desencajamiento, descolocación τῶν θεμελίων Eust.690.4.