ἐκσκαφή
ἐκσκαφή, digging out
ἐκ-σκᾰφή, ἡ,
- digging out, PTeb. 342.27 (iii A.D.).
excavación c. gen.
χοὸς ... καὶ ἄμμου
κρήνης
ἐκσκαφή, digging out
excavación c. gen.
χοὸς ... καὶ ἄμμου
κρήνης