ἐκστρώννυμι
ἐκστρώννυμι, spread
ἐκστρώννῡμι,
- spread:—Pass., κλῖναι ἐξέστρωντο Diog. Ep. 37.3.
extender en v. pas.
κλῖναι γὰρ ἐξέστρωντο σφόδρα πολυτελεῖς
ἐκστρώννυμι, spread
extender en v. pas.
κλῖναι γὰρ ἐξέστρωντο σφόδρα πολυτελεῖς