Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐλαιοπλήθης
ἐλαιοπλήθης, full of oil
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐλαιόδευτος
ἐλαιοδόκος
ἐλαιοδόχος
ἐλαιοειδής
ἐλαιοθεσία
ἐλαιοθέσιον
ἐλαιοθετέω
ἐλαιοθέτης
ἐλαιόθηλος
ἐλαιόθρεπτος
ἐλαιοκάπηλος
ἐλαιόκαρον
ἐλαιόκλαδος
ἐλαιοκομέω
ἐλαιοκομία
ἐλαιοκομικός
ἐλαιοκόμιον
ἐλαιοκόμος
ἐλαιόκομος
ἐλαιοκονία
ἐλαιοκόνιον
ἐλαιολογέω
ἐλαιολόγος
ἐλαιόμελι
ἐλαιομετρέω
ἐλαιόμορφος
ἔλαιον
Ἐλάϊον
ἐλαιοπάροχος
ἐλαιοπινής
ἐλαιοπλήθης
ἐλαιοπληθής
ἐλαιοποιέω
ἐλαιοποιΐα
ἐλαιοπράτης
ἐλαιοπράτισσα
ἐλαιόπρῳρος
ἐλαιοπωλεῖον
ἐλαιοπωλέω
ἐλαιοπώλης
ἐλαιοπώλιον
ἐλαιόπωλις
ἐλαιοπώλισσα
ἐλαιόροος
ἐλαιόρυτος
ἔλαιος
ἐλαιός
Ἔλαιος
ἐλαιοσκοπία
ἐλαιοσπάραγος
ἐλαιόσπονδα
ἐλαιόσπονδος
ἐλαιοστάφυλος
Ἐλαιοτειχίτης
ἐλαιοτόκος
ἐλαιοτριβεῖον
ἐλαιοτρίβιον
ἐλαιοτριπτής
ἐλαιοτροπικός
ἐλαιοτρόπιον
ἐλαιοτρυγητός
…
ἐλαιοπλήθης
Save
ἐλαιοπλήθης, full of oil
LSJ
ἐλαιο-πλήθης, ες,
full of oil,
Phryn.
PS
p.70 B.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}