ἐλαιόθρεπτος Save LSJ DGE Pape ἐλαιό-θρεπτος, ον, f.l. for ἑλεόθρεπτον, Et.Gud. s.v. Ἑλένη. ἐλαιόθρεπτος -ον alimentado con aceite λαμπάδες Meth.Symp.138, Rom.Mel.47.ηʹ.5. ἐλαιόθρεπτος, mit Oel genährt, Sp.